επιτείνω

(AM ἐπιτείνω) [τείνω]
1. επαυξάνω, εντείνω, κάνω κάτι εντονότερο (α. «επέτεινε τις προσπάθειες» β. «ἔρωτας ἡ τῶν οἴνων πόσις ἐπιτείνει», Πλάτ.)
αρχ.
1. εκτείνω πάνω από κάτι, απλώνω («οίκοδόμεε γέφυραν... ἐπιτείνεσκε δ’ ἐπ αὐτήν... ξύλα τετράγωνα», Ηρόδ.)
2. τεντώνω, αυξάνω την τάση («ἐπιτεῑναί τε καὶ ἀνεῑναι ἢν ἂν βούλῃ τῶν χορδῶν», Πλάτ.)
3. προσδίδω ισχύ, δύναμη ενέργειας («ἐὰν δέ τις ἐπιτείνῃ μᾱλλον ἐκατέραν αὐτῶν [ὀλιγαρχίαν καὶ δημοκρατίαν]», Αριστοτ.)
4. παροτρύνω, παρακινώ («ἐπέτεινεν οὖν ἔτι μᾱλλον αὐτὸς ἑαυτὸν ἐν ταῑς στρατείαις καὶ ταῑς κυνηγεσίαις», Πλούτ.)
5. (αμτβ.) εντείνομαι, αυξάνομαι, γίνομαι ισχυρότερος («καὶ ἐάν τε ἐπιτείνῃ ἡ κίνησις ἐάν τε ἀνιῇ ἐάν τε μένῃ» Αριστοτ.)
6. (παθ. ἐπιτείνομαι
α) αποκτώ κύρος, ανυψώνομαι («ἀλλ’ ἐκλεγόμενοι τίνων αἱ τιμαὶ ἐπετέταντο», Δημοσθ.)
β) βασανίζομαι απὸ κάτι, υποφέρω («ὅταν χαλασθῇ τὸ σῶμα ἡμῶν ἀμέτρως ἢ ἐπιταθῇ ὑπὸ νόσων καὶ ἄλλων κακῶν», Πλάτ.)
γ) παρατείνομαι, διαρκώ περισσότερο χρόνο
δ) καρτερώ, υπομένω, βαστώ («ἐπιταθῆναι πλείω χρόνον», Ξεν.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιτείνω — stretch upon aor subj act 1st sg ἐπιτείνω stretch upon pres subj act 1st sg ἐπιτείνω stretch upon pres ind act 1st sg ἐπιτείνω stretch upon aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιτείνω — επιτείνω, επέτεινα βλ. πίν. 172 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επιτείνω — επίτεινα, επιτάθηκα, μτβ., εντείνω περισσότερο, επαυξάνω την ένταση, κάνω κάτι εντονότερο: Επιτείνει τις προσπάθειές του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιτείνῃ — ἐπιτείνω stretch upon aor subj mid 2nd sg ἐπιτείνω stretch upon aor subj act 3rd sg ἐπιτείνω stretch upon pres subj mp 2nd sg ἐπιτείνω stretch upon pres ind mp 2nd sg ἐπιτείνω stretch upon pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτείνετε — ἐπιτείνω stretch upon aor subj act 2nd pl (epic) ἐπιτείνω stretch upon pres imperat act 2nd pl ἐπιτείνω stretch upon pres ind act 2nd pl ἐπιτείνω stretch upon imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτεταμένα — ἐπιτείνω stretch upon perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐπιτεταμένᾱ , ἐπιτείνω stretch upon perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐπιτεταμένᾱ , ἐπιτείνω stretch upon perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτείνει — ἐπιτείνω stretch upon aor subj act 3rd sg (epic) ἐπιτείνω stretch upon pres ind mp 2nd sg ἐπιτείνω stretch upon pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτείνομεν — ἐπιτείνω stretch upon aor subj act 1st pl (epic) ἐπιτείνω stretch upon pres ind act 1st pl ἐπιτείνω stretch upon imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτείνουσι — ἐπιτείνω stretch upon aor subj act 3rd pl (epic) ἐπιτείνω stretch upon pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπιτείνω stretch upon pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτείνουσιν — ἐπιτείνω stretch upon aor subj act 3rd pl (epic) ἐπιτείνω stretch upon pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπιτείνω stretch upon pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.